γεύομαι

γεύομαι вкушать что (τινός), пробовать на вкус

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "γεύομαι" в других словарях:

  • γεύομαι — γεύομαι, γεύτηκα βλ. πίν. 18 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • γεύομαι — και γεύω (AM γεύομαι και γεύω) Ι. γεύομαι 1. τρώω, γευματίζω 2. δοκιμάζω με τη γλώσσα 3. αποκτώ ευχάριστη ή δυσάρεστη εμπειρία αρχ. 1. δοκιμάζω να κάνω κάτι, προσπαθώ 2. οσφραίνομαι, μυρίζω. II. γεύω προσφέρω γεύμα σε κάποιον αρχ. 1. δίνω σε… …   Dictionary of Greek

  • γεύομαι — [гевомэ] р. (παθ. φωνή) отведывать, угощаться …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γεύομαι — γεύτηκα 1. δοκιμάζω τη γεύση: Γεύτηκα το ψητό και μου φάνηκε πολύ νόστιμο. 2. μτφ., αποκτώ εμπειρία: Γεύτηκε με το παραπάνω τις χαρές της ζωής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γεύομαι — γεύω give a taste pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντικείμενο — (Γραμμ.).Ουσιαστικό (αλλά και οποιοδήποτε μέρος του λόγου ή και ολόκληρη πρόταση, που λαμβάνονται ως ουσιαστικά) που τίθεται σε πλάγια πτώση απροθέτως, ως ολοκλήρωση του νοήματος που εκφράζει το ρήμα. Ρήματα που εκφράζουν την απλή ύπαρξη, την… …   Dictionary of Greek

  • νεύω — (ΑΜ νεύω) 1. κλίνω το κεφάλι προς τα εμπρός και κάτω, σκύβω ελαφρά 2. κάνω νεύμα με το κεφάλι, με τα μάτια, με τα χείλη ή με τα χέρια για να δείξω συναίνεση, αποδοχή, έγκριση ή άρνηση, αποτροπή, απαγόρευση ή, απλώς, για συνεννόηση σχετικά με… …   Dictionary of Greek

  • συγγεύομαι — Α [γεύομαι] γεύομαι επίσης …   Dictionary of Greek

  • ĝeus- —     ĝeus     English meaning: to taste; to enjoy [“ savor, enjoy, taste “, in the Gmc. and Celt. “choose”, in Indo Iran. and AlbO.N. “love”]     Material: O.Ind. jō ṣ ati, juṣátē “kostet, enjoys, liebt”, jōsa yatē “findet whereof pleasure”, jō …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • άγευστος — η, ο (Α ἄγευστος, ον) 1. αυτός που δεν έχει γεύση 2. αυτός που δεν έχει ωραία γεύση, ανούσιος, άνοστος 3. αυτός που δεν δοκίμασε, που δεν γνώρισε κάτι, άπειρος, ανίδεος αρχ. 1. αυτός που δεν γεύεται ή δεν γεύτηκε κάτι 2. νηστικός 3. αυτός που δεν …   Dictionary of Greek

  • άγευτος — η, ο [γεύομαι] 1. αυτός που δεν γεύτηκε κάτι, που δεν έφαγε 2. ο άγευστος* …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.